γεωμορικός

γεωμορικός
γεω-μορικός, Ackerverteilung betreffend; νόμος, lex agraria

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • γεωμορικός — γεωμορικός, ή, όν (Α) [γεωμόρος] ο γεωργικός …   Dictionary of Greek

  • γεωμορικόν — γεωμορικός concerning masc acc sg γεωμορικός concerning neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”